BBGK

Φεβρουαρίου 13, 2011

Η κιβωτός των σπόρων βουλιάζει. Υψίστης σημασίας η ποικιλομορφία στο φυτικό περιβάλλον.


Ημερομηνία:  11-01-11

Τα πολύτιμα δείγματα από εξαφανισμένα ή σπάνια φυτά, άγρια αλλά και της γεωργίας, που συλλέγει και διατηρεί από το 1981 η Ελληνική Τράπεζα Γενετικού Υλικού στη Θεσσαλονίκη, σαπίζουν λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Η Ελλάδα, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα βιοποικιλότητας παγκοσμίως, δεν έχει πάρει σοβαρά το ρόλο της

Της ΣΟΦΙΑΣ ΣΠΥΡΟΥ,
Φωτογραφίες: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

 

Σε κατάσταση αβεβαιότητας και αδράνειας βρίσκεται η Τράπεζα Γενετικού Υλικού της Ελλάδας, καθώς περιμένει εδώ και δύο χρόνια την απαραίτητη χρηματοδότηση για να συνεχίσει να προστατεύει το γενετικό φυτικό υλικό της χώρας. Ως αποτέλεσμα, κινδυνεύει η κιβωτός βιοποικιλότητας και το φυσικό κεφάλαιο από ελληνικά φυτά, σύγχρονα και του παρελθόντος, που διατηρεί προς όφελος της ανθρωπότητας.

Η Ελληνική Τράπεζα Γενετικού Υλικού (ΤΓΥ), που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981, άνοιξε νέους δρόμους για την προστασία του περιβάλλοντος. «Ξεκινήσαμε με ισχυρή υποστήριξη από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), ο οποίος είχε επιλέξει για τη δημιουργία Τράπεζας την Ελλάδα, καθώς έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα βιοποικιλότητας παγκοσμίως», λέει ο κ. Νίκος Σταυρόπουλος, πρώην προϊστάμενος της ΤΓΥ και εθνικός συντονιστής σε θέματα φυτογενετικών πόρων. Μια σειρά από είδη, όπως τα άγρια και καλλιεργούμενα σιτηρά ή ορισμένα φαρμακευτικά – αρωματικά είναι αυτόχθονα είδη για τα οποία η Ελλάδα είναι το παγκόσμιο κέντρο καταγωγής. Παραλλαγές που δημιουργήθηκαν στο χρόνο, καθώς ασκήθηκε από πολύ νωρίς η γεωργία στην περιοχή, εξηγούν και τον σημερινό πλούτο σε φυτική βιοποικιλότητα των φυσικών οικοσυστημάτων.

Η Τράπεζα έπαιξε αποφασιστικό ρόλο διασώζοντας φυτά της γεωργίας που απειλούνταν από εξαφάνιση τις τελευταίες δεκαετίες. «Αποστολή της Τράπεζας ήταν να προστατεύσει ό,τι γενετικό υλικό είχε διασωθεί. Η γενετική διάβρωση που αντιμετώπισε η ελληνική γεωργία ήταν δραματική τη μεταπολεμική περίοδο σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες», αναφέρει ο κ. Σταυρόπουλος. Μετά το 1950 χάθηκαν εκατοντάδες ποικιλίες, καθώς επικράτησαν νέες, γενετικά βελτιωμένες και εμπορικά πιο αποδοτικές. «Είναι σαν να καταργήσαμε τα ποδήλατα, επειδή βγήκαν τα αυτοκίνητα».

Με εξερευνητικές αποστολές για τον εντοπισμό και τη συλλογή ποικιλιών, η Τράπεζα συγκέντρωσε πάνω από 14.500 συλλογές άγριων και καλλιεργούμενων συγγενών φυτών. «Με ειδική επεξεργασία καθαρίζουμε, ξηραίνουμε και συσκευάζουμε ερμητικά το σπόρο κάθε ποικιλίας πριν τους βάλουμε σε ψυγεία. Σε συνθήκες κατάψυξης, στους -21 βαθμούς, μπορεί να διατηρηθούν περίπου είκοσι χρόνια. Για να διατηρήσουν τη βλαστικότητα, πρέπει να αναπαράγουμε τα φυτά ανά εικοσαετία και να παίρνουμε νέους σπόρους, προκειμένου να αντικαθιστούμε τις γερασμένες συλλογές. Παράλληλα, «ακτινογραφούμε» τις ποικιλίες αξιολογώντας τα χαρακτηριστικά τους, τόσο για τη γεωργία όσο και για τη γενετική. Τέλος, τεκμηριώνουμε το αποτέλεσμα των ερευνών σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων, υποστηρίζοντας την πρόσβαση σε επιστήμονες καθώς και σε αρμόδιους φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό στη γενετική πληροφορία», ισχυρίζεται ο κ. Στέλιος Σαμαράς, συνταξιούχος ερευνητής της ΤΓΥ. Το παραπάνω έργο συντελέστηκε με τη συνεργασία επιστημόνων από τα κυριότερα φυτοτεχνικά ιδρύματα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Εθνικού Ιδρύματος Γεωργικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ), καθώς και από τις αρμόδιες έδρες γενετικής, βελτίωσης φυτών, βιολογίας και βοτανικής πολλών πανεπιστημίων της χώρας.

 

Σε πελάγη αβεβαιότητας

Η επιστημονική γνώση αλλά και οι χιλιάδες συλλογές φυτών που δημιούργησε η Τράπεζα στα τριάντα χρόνια λειτουργίας της βρίσκεται τώρα σε κίνδυνο. «Τη δεκαετία του ’80, όταν ξεκινήσαμε, η Ελλάδα ήταν πρωτοπόρος στην προσπάθεια συλλογής και διαφύλαξης γενετικού υλικού. Σήμερα, έχει μείνει πίσω σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ χώρες όπως η Τουρκία αλλά και η Αλβανία εξελίσσονται πιο δυναμικά», λέει ο κ. Σταυρόπουλος.

Το πρόβλημα της έλλειψης χρηματοδότησης, που εκδηλώνεται έντονα από το 2007, σήμερα αγγίζει τα όρια της πτώχευσης του ερευνητικού οργανισμού. «Λόγω μείωσης του κονδυλίου για την έρευνα και ειδικά για το Εθνικό Ίδρυμα Γεωργικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ), στο οποίο η Τράπεζα υπάγεται, δεν αναπληρώθηκαν τα στελέχη της Τράπεζας που συνταξιοδοτήθηκαν ως το 2008. Μετά και τη λήξη πρόσφατου ερευνητικού προγράμματος, αναγκαστήκαμε να απολύσουμε και γενετικούς επιστήμονες, που είχαν προσληφθεί και καταρτιστεί στο πλαίσιο του προγράμματος». Επιπλέον, για νέα κτιριακή εγκατάσταση που ολοκληρώθηκε, δεν δόθηκε ποτέ έγκριση παραλαβής. Τέλος, εκκρεμεί και σε διοικητικό επίπεδο απόφαση της κεντρικής υπουργικής αρχής για την ένταξη της Τράπεζας είτε στο ΕΘΙΑΓΕ είτε στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Σήμερα, χωρίς ερευνητικό προσωπικό, οι συλλογές των σπόρων σε μακρά διατήρηση σαπίζουν, σημειώνοντας μεγάλη απώλεια για τη βιοποικιλότητα. «Υπολογίζω ότι γύρω στις 5.000 από τις 14.500 ποικιλίες που είχαμε έχουν ήδη καταστραφεί. Ενώ χρειάζεται άμεσα να αναπαραγάγουμε άλλες για να προλάβουμε περισσότερες απώλειες», σημειώνει ο κ. Νίκος Σταυρόπουλος.

Τι προσφέρει η Τράπεζα

Η έρευνα δημιουργεί νέες βελτιωμένες ποικιλίες φυτών της γεωργίας που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου πληθυσμού για τροφή. Για την ανάπτυξη της παγκόσμιας γεωργίας, με στόχο να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του ελλείμματος τροφής κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες, λειτουργούν μια σειρά από Τράπεζες παρόμοιες με την ελληνική ΤΓΥ, τις οποίες έχει ιδρύσει ανά τον κόσμο ο FAO. Αποστολή της ελληνικής ΤΓΥ είναι να συμμετέχει στη διεθνή έρευνα διαθέτοντας τον πράσινο θησαυρό της ελληνικής βιοποικιλότητας στην έρευνα προς όφελος της ανθρωπότητας.

Παράλληλα με το ερευνητικό της έργο, η ΤΓΥ έχει ωφελήσει την Ελλάδα, δημιουργώντας μια νέα δεξαμενή επιστημονικής γνώσης και παράδοση σε θέματα τεχνογνωσίας στη γενετική επιστήμη. Η ΤΓΥ έχει επίσης συμβάλει σημαντικά στην πράσινη ανάπτυξη της Ελλάδας, αφού με τους πόρους που κινητοποίησε μέσα από την ανάπτυξη προγραμμάτων έχει προσελκύσει σημαντικές εισροές ξένων επενδύσεων για την έρευνα στην Ελλάδα.

Επιπλέον, η ΤΓΥ μπορεί να παίξει στρατηγικό ρόλο στην ανάπτυξη της σύγχρονης γεωργίας. Σε αντίθεση με το παρελθόν, οπότε η παραγωγή ήταν ζητούμενο στη γεωργία, σήμερα στόχος είναι η ποιοτική παραγωγή και η διατήρηση της γεωργικής υπαίθρου. Στη νέα ευκαιρία που προσφέρεται για την ανάπτυξη επώνυμης ποιοτικής γεωργίας με ντόπιες ποικιλίες, η Τράπεζα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. «Η Τράπεζα δέχεται διαρκώς αιτήματα από ομάδες περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένων αγροτών για διάθεση σπόρων εκλεκτών ντόπιων ποικιλιών, τα οποία σήμερα αδυνατεί να ικανοποιήσει, γιατί έχει σχεδόν μηδενική χρηματοδότηση για τον αναπολλαπλασιασμό αυτών των ποικιλιών».

Η επόμενη μέρα

Έως ότου δοθεί πιο μόνιμη λύση, επιτακτική ανάγκη είναι μια σειρά από δράσεις προτεραιότητας για την ΤΓΥ. Αν τερματιστεί χωρίς πρόνοια η λειτουργία της, «θα βρεθεί σε άμεσο κίνδυνο καταστροφής όλο το γενετικό υλικό της χώρας», επισημαίνει ο κ. Σταυρόπουλος. Παράλληλα, στόχος για την Τράπεζα είναι να διατηρήσει τους καταρτισμένους γενετικούς επιστήμονες και στελέχη του ερευνητικού οργανισμού. «Η δημιουργία στελεχών είναι σημαντικό επίτευγμα το οποίο πρέπει να διατηρήσουμε, καθώς είναι δύσκολο να προσελκύσουμε εκπαιδευμένους γενετιστές. Επιπλέον, πρέπει άμεσα να προχωρήσουμε στην αξιολόγηση ντόπιων ποικιλιών για να επιλεγούν οι καταλληλότερες για χρήση στην επώνυμη ποιοτική ή οικολογική γεωργία».

Ημερομηνία:  17-01-11

Της Τάνιας Γεωργιοπούλου

Πώς θα ήταν η ζωή στη γη αν όλοι οι άνθρωποι ήταν ξανθοί με γαλάζια μάτια; Κάποιοι θα απαντούσαν «άκρως ενδιαφέρουσα», κάποιοι άλλοι «βαρετή». Η σωστή απάντηση όμως είναι «άκρως επικίνδυνη». Με αυτό το παράδειγμα επιστήμονας-ερευνητής εξηγεί την αξία της ποικιλομορφίας για την επιβίωση ενός είδους και τελικά της ίδιας της ζωής. Και αν στο επίπεδο του δικού μας είδους απέχουμε από τις στρατιές όμορφων αλλά και ομοιόμορφων ανθρώπων, το φυτικό περιβάλλον έχει χάσει τις τελευταίες δεκαετίες πολλά άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

«Φασολάκια με γονίδιο από μία γαλλική ποικιλία για να μην έχουν ίνες. Στάρια με γονίδιο νανισμού από ποικιλία της Ιαπωνίας, για να μαζεύονται εύκολα. Όλη η γεωργική παραγωγή βασίζεται σε ελάχιστες ποικιλίες. Έχουμε περιορίσει εξαιρετικά τη γενετική βάση και έχουμε χάσει “χαρακτηριστικά” που ίσως αποδειχτούν πολύτιμα στο μέλλον». Την κρίσιμη κατάσταση όσον αφορά τα «αποθέματα» φυτικού γενετικού υλικού περιγράφει ο κ. Νίκος Σταυρόπουλος, πρώην προϊστάμενος της Τράπεζας Γενετικού Υλικού που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Όπως εξηγεί, στην Τράπεζα φυλάσσονται πάνω από 14.000 δείγματα σπόρων και φυτών (καθώς κάποια φυτά δεν πολλαπλασιάζονται με σπόρους), πολλά από τα οποία έχουν εξαφανιστεί από το φυσικό περιβάλλον. Το πολύτιμο αυτό υλικό κινδυνεύει με πλήρη καταστροφή αν δεν υπάρξει άμεσα προσωπικό, χρηματοδότηση αλλά κυρίως ενδιαφέρον.

Εδώ και ένα χρόνο έχει ανεγερθεί νέο κτίριο για τις ανάγκες στέγασης της Τράπεζας, όμως ακόμα δεν χρησιμοποιείται, ενώ οι σπόροι «φιλοξενούνται» σε εγκαταστάσεις του ΕΘΙΑΓΕ. Ταυτόχρονα λόγω συνταξιοδοτήσεων η Τράπεζα διαθέτει δύο μόλις άτομα προσωπικό, την επιστημονική υπεύθυνη κ. Πόπη Ράλλη και μια εργάτρια.

Γραφειοκρατία

Σε διοικητικό επίπεδο εκκρεμεί εδώ και καιρό η έκδοση υπουργικής απόφασης με την οποία η Τράπεζα θα ενταχθεί είτε στο ΕΘΙΑΓΕ -το οποίο πρόκειται να συγχωνευτεί με δύο ακόμα οργανισμούς, τον Οργανισμό Πιστοποίησης Προϊόντων ΟΠΕΓΕΠ και τον οργανισμό εκπαίδευσης και κατάρτισης ΔΗΜΗΤΡΑ- είτε στο υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Όσο παραμένει αυτή η εκκρεμότητα κανείς δεν αναλαμβάνει το «ρίσκο» να αποφασίσει για τίποτα.

Οι σπόροι είναι ζωντανοί οργανισμοί που δεν έχουν την αντοχή να περιμένουν να λυθούν τα γραφειοκρατικά προβλήματα και να λειτουργήσει η κρατική μηχανή. «Άμα χρειαστούν άλλα πέντε χρόνια για να αποφασίσουν θα έχουν πεθάνει όλοι οι σπόροι», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Σταυρόπουλος. «Ο στόχος δεν είναι μόνο η αποθήκευση των σπόρων, αλλά η διατήρηση και η αξιοποίησή τους», προσθέτει. Όπως εξηγεί, οι σπόροι πρέπει να αναπαράγονται από καιρό σε καιρό για να ελέγχεται η βλαστικότητά τους, η δυνατότητά τους δηλαδή να φυτρώνουν. Οι περισσότεροι, αν οι συνθήκες είναι καλές (σωστή ξήρανση, καλά ψυγεία) αντέχουν περίπου 10-15 χρόνια. Καθώς η Τράπεζα δημιουργήθηκε το 1981, το υλικό που συλλέχθηκε την πρώτη δεκαετία βρίσκεται σε οριακή κατάσταση από την άποψη της αντοχής.

Η αγορά ενδιαφέρεται για ποικιλίες που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μεγάλη παραγωγή, «όμορφο» καρπό, με αντοχή στις κακουχίες των μετακινήσεων. Οι παλαιές ποικιλίες λοιπόν μοιάζουν άχρηστες. «Όλη η γεωργική παραγωγή βασίζεται στην υπερεκμετάλλευση λίγων ποικιλιών που έχουν τη “σωστή”, την αποδεκτή εμπορικά συμπεριφορά. Όμως έχει μεγάλη σημασία να έχουμε μια ευρεία γενετική βάση γιατί κάποια από τα χαρακτηριστικά αυτών των παλαιών ποικιλιών μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε. Να φτιάξουμε για παράδειγμα στάρια που έχουν αντοχή στην ξηρασία», λέει ο κ. Σταυρόπουλος.

Η ομοιομορφία είναι βέβαια «βολική» για τους παραγωγούς και τις εταιρείες συσκευασίας, διάθεσης και εμπορίας των προϊόντων, αλλά κρύβει πολλούς κινδύνους. Στο γεγονός της μονοκαλλιέργειας της πατάτας αποδίδεται ο λιμός που έπληξε την Ιρλανδία το 1870, από όπου έχει μείνει και η έκφραση «έπεσε περονόσπορος» που περιγράφει την απόλυτη καταστροφή. Τη δεκαετία του ’70 το κυτόπλασμα έπληξε τις καλλιέργειες καλαμποκιού των ΗΠΑ που αποτελούνταν από μια συγκεκριμένη «ιδανική» ποικιλία. Σε αυτές τις περιπτώσεις το διαφορετικό γενετικό υλικό μπορεί να αποδειχτεί σωτήριο, φτάνει βέβαια να υπάρχει.

Η Ε.Ε. αποδίδει μεγάλη σημασία στη διατήρηση του γενετικού υλικού, χρηματοδοτώντας σχετικά προγράμματα. Η Τράπεζα Γενετικού Υλικού Θεσσαλονίκης την πενταετία 2003-2008, αξιοποιώντας τα κονδύλια ενός τέτοιου προγράμματος, πλούτισε τα αποθέματά της με 5.000 νέα είδη. Τώρα πρέπει να βρει τρόπο να τα διατηρήσει…

Μοναδικό γενετικό υλικό στην Τράπεζα

Η τράπεζα διαθέτει μοναδικό γενετικό υλικό 10.000 – 15.000 ειδών, μεταξύ των οποίων 300 ποικιλίες ελληνικών αμπελιών. Η κ. Πόπη Ράλλη, γεωπόνος και επιστημονική υπεύθυνη της Τράπεζας, εξηγεί ότι η διαφύλαξη των σπόρων δεν αποτελεί μόνο την έκφραση μιας ρομαντικής διάθεσης. «Τους σπόρους αυτούς μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε και με τη γενετική βελτίωση να παράγουμε γενετικό υλικό με στόχο την εμπορική εκμετάλλευση», τονίζει. Αυτή τη στιγμή το γενετικό υλικό που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα ακόμα και για καλλιέργειες που είναι ταυτισμένες με το κλίμα της χώρας, όπως οι ντομάτες, είναι εισαγόμενο.

Κι όμως, η Ελλάδα, σύμφωνα με τον κ. Σταυρόπουλο, ήταν «πολύ δυνατή» στη γενετική βελτίωση μέσω διασταυρώσεων έως και τη δεκαετία του ’80. «Όμως, το θαύμα που έκανε η επιστήμη δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί από το εμπόριο», τονίζει. Σήμερα, μόνο λίγες ελληνικές ποικιλίες έχουν εμπορική αξία, όπως η τσακώνικη μελιτζάνα, τα καρότα Νέας Μαγνησίας, το πεπόνι Θράκης.

Αν και πριν από μερικά μόλις χρόνια η διατήρηση και η χρήση των εγχωρίων ποικιλιών έμοιαζε μια διαδικασία χωρίς εμπορικό αντίκρισμα, σήμερα αποδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο. Στη Σαντορίνη παράγουν φάβα ΠΟΠ από μια συγκεκριμένη ποικιλία που πωλείται σε τιμή διπλάσια από τις υπόλοιπες, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο κάνει πειράματα όσον αφορά στην καθαρότητα του κρόκου Κοζάνης, ενώ οι ελληνικές ποικιλίες οινοστάφυλων αποκτούν όλο και μεγαλύτερη φήμη. Ίσως οι «καταθέσεις» της συγκεκριμένης Τράπεζας να αποδειχθούν τελικά και πρακτικά πολύτιμες.

About these ads

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

The WordPress Classic Theme. Create a free website or blog at WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: